Λεξισκόπιο: στενεύω

Μάθετε για την ορθογραφία, τη μορφολογία, τον συλλαβισμό και τα συνώνυμα/αντίθετα οποιασδήποτε νεοελληνικής λέξης. Οι λέξεις παραμένουν μάταιοι ήχοι αν δεν μπορούμε να τις κατανοήσουμε.

H νέα ελληνική γλώσσα αποτελείται από ένα υπέροχο κατακλυσμό λέξεων, οι οποίες πηγάζουν στην πλειοψηφία τους από την αρχαία ελληνική. Διαμέσου των αιώνων κάποιες από τις λέξεις άρχισαν να επικαλύπτονται στο νόημα από άλλες και πολλές απέκτησαν πολλαπλές σημασίες.

Το Λεξισκόπιο παρουσιάζει πληροφορίες σχετικά με τον συλλαβισμό, τη μορφολογία (κλίση) και τα συνώνυμα και αντίθετα των λέξεων, αλλά και των πιο γνωστών φράσεων και εκφράσεων στις οποίες μια ελληνική λέξη μπορεί να μετέχει.

Εισαγάγετε τη λέξη που σας ενδιαφέρει κατωτέρω και πατήστε Αναζήτηση.


Το Λεξισκόπιο είναι ένα σύνθετο γλωσσικό εργαλείο, το οποίο παρέχει πληροφορίες για μια νεοελληνική λέξη ή φράση, συνδυάζοντας τη λειτουργικότητα του Συλλαβιστή, του Ορθογράφου, του Λημματοποιητή, του Μορφολογικού Λεξικού και του Θησαυρού Συνωνύμων-Αντιθέτων της Neurolingo.

Συλλαβισμός

στε-νεύ-ω

Μορφολογία

στενεύω ρήμ.

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Ενεστώτας-Οριστική
ΕνικόςΠληθυντικός
Αστενεύωστενεύουμε & στενεύομε διαλ.
Βστενεύειςστενεύετε
Γστενεύειστενεύουν & στενεύουνε προφ.
Ενεστώτας-Προστακτική
ΕνικόςΠληθυντικός
Βστένευεστενεύετε
Ενεστώτας-Μετοχήστενεύοντας
Αόριστος-Οριστική
ΕνικόςΠληθυντικός
Αστένεψαστενέψαμε
Βστένεψεςστενέψατε
Γστένεψεστένεψαν & στενέψαν προφ. & στενέψανε προφ.
Αόριστος-Υποτακτική
ΕνικόςΠληθυντικός
Αστενέψωστενέψουμε & στενέψομε διαλ.
Βστενέψειςστενέψετε
Γστενέψειστενέψουν & στενέψουνε προφ.
Αόριστος-Προστακτική
ΕνικόςΠληθυντικός
Βστένεψεστενέψετε & στενέψτε & στενεύτε
Αόριστος-Απαρέμφατοστενέψει
Παρατατικός-Οριστική
ΕνικόςΠληθυντικός
Αστένευαστενεύαμε
Βστένευεςστενεύατε
Γστένευεστένευαν & στενεύαν προφ. & στενεύανε προφ.
ΠΑΘΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Παρακείμενος-Μετοχήστενεμένος

Συνώνυμα - Αντίθετα

στενεύω ρήμ.

  1. Αφαρδαίνω1, ανοίγω5
  2. Σπεριορίζω1: Μη στενεύεις τον κύκλο των ενδιαφερόντων σου. Αδιευρύνω2

στενεύει

  1. Σπεριορίζεται: Στενεύουν τα περιθώρια επιλογής. Αδιευρύνεται
  2. Αφαρδαίνει1: Εδώ στενεύει ο δρόμος.
  3. Σσφίγγει2, κόβει1, χτυπάει2, πιέζει: Με στενεύουν τα παπούτσια.
  4. Σδυσκολεύει: Έχουν στενέψει τα πράγματα.

7 Από 10



Για τους επισκέπτες του site μας, το Λεξισκόπιο έχει περιορισμό χρήσης τις 10 λέξεις ανά ημέρα. Εγγραφείτε δωρεάν στο site μας για να αποκτήσετε όριο 30 λέξεων ανά ημέρα.

Εναλλακτικά, μπορείτε να προμηθευτείτε την εφαρμογή του Λεξισκόπιου για Κινητά Λεξισκόπιο Mobile App όπου η χρήση λέξεων είναι απεριόριστη.