Lexiscope: κατατρύχω


Lexiscope is a compound language tool that provides information about a Modern Greek word or phrase, combining the functionality of Neurolingo's Hyphenator, Speller, Lemmatizer, Morphological Lexicon and Thesaurus.

Syllabification

κα-τα-τρύ-χω

Morphology

κατατρύχω v.

ACTIVE VOICE
Present-Indicative
SingularPlural
1stκατατρύχωκατατρύχουμε & κατατρύχομε dial.
2ndκατατρύχειςκατατρύχετε
3rdκατατρύχεικατατρύχουν & κατατρύχουνε oral.
Present-Imperative
SingularPlural
2ndκατάτρυχεκατατρύχετε
Present-Participleκατατρύχοντας
Imperfect-Indicative
SingularPlural
1stκατέτρυχακατατρύχαμε
2ndκατέτρυχεςκατατρύχατε
3rdκατέτρυχεκατέτρυχαν & κατατρύχανε oral.
PASSIVE VOICE
Present-Indicative
SingularPlural
1stκατατρύχομαικατατρυχόμαστε
2ndκατατρύχεσαικατατρύχεστε & κατατρυχόσαστε oral.
3rdκατατρύχεταικατατρύχονται
Present-Imperative
Plural
2ndκατατρύχεστε
Present-Participleκατατρυχόμενος
Simple past-Indicative
SingularPlural
1st------
2nd------
3rdκατετρύχη learn. κατετρύχησαν learn.
Imperfect-Indicative
SingularPlural
1stκατατρυχόμουν & κατατρυχόμουνα oral. κατατρυχόμασταν & κατατρυχόμαστε
2ndκατατρυχόσουν & κατατρυχόσουνα oral. κατατρυχόσασταν & κατατρυχόσαστε oral.
3rdκατατρυχόταν & κατατρυχότανε oral. κατατρύχονταν & κατατρυχόντανε oral. & κατατρυχόντουσαν oral.

Synonyms - Antonyms

κατατρύχω v. learn

Sβασανίζω2, τυραννάω: Τον κατατρύχει ο φόβος του θανάτου.


1 of 10