Λεξισκόπιο: έχω

Μάθετε για την ορθογραφία, τη μορφολογία, τον συλλαβισμό και τα συνώνυμα/αντίθετα οποιασδήποτε νεοελληνικής λέξης. Οι λέξεις παραμένουν μάταιοι ήχοι αν δεν μπορούμε να τις κατανοήσουμε.

H νέα ελληνική γλώσσα αποτελείται από ένα υπέροχο κατακλυσμό λέξεων, οι οποίες πηγάζουν στην πλειοψηφία τους από την αρχαία ελληνική. Διαμέσου των αιώνων κάποιες από τις λέξεις άρχισαν να επικαλύπτονται στο νόημα από άλλες και πολλές απέκτησαν πολλαπλές σημασίες.

Το Λεξισκόπιο παρουσιάζει πληροφορίες σχετικά με τον συλλαβισμό, τη μορφολογία (κλίση) και τα συνώνυμα και αντίθετα των λέξεων, αλλά και των πιο γνωστών φράσεων και εκφράσεων στις οποίες μια ελληνική λέξη μπορεί να μετέχει.

Εισαγάγετε τη λέξη που σας ενδιαφέρει κατωτέρω και πατήστε Αναζήτηση.


Το Λεξισκόπιο είναι ένα σύνθετο γλωσσικό εργαλείο, το οποίο παρέχει πληροφορίες για μια νεοελληνική λέξη ή φράση, συνδυάζοντας τη λειτουργικότητα του Συλλαβιστή, του Ορθογράφου, του Λημματοποιητή, του Μορφολογικού Λεξικού και του Θησαυρού Συνωνύμων-Αντιθέτων της Neurolingo.

Συλλαβισμός

έ-χω

Μορφολογία

έχω ρήμ. μόνο ενεργητική

ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Ενεστώτας-Οριστική
ΕνικόςΠληθυντικός
Αέχωέχουμε & έχομε διαλ.
Βέχειςέχετε
Γέχειέχουν & έχουνε προφ.
Ενεστώτας-Προστακτική
ΕνικόςΠληθυντικός
Βέχεέχετε
Ενεστώτας-Μετοχήέχοντας
Αόριστος-Οριστική
Ενικός
Α---
Βέσχες λόγ.
Γ---
Παρατατικός-Οριστική
ΕνικόςΠληθυντικός
Αείχαείχαμε
Βείχεςείχατε
Γείχεείχαν & είχανε προφ.

Συνώνυμα - Αντίθετα

έχω ρήμ.

  1. Σ: διαθέτω1: Δεν έχει το θάρρος να με αντιμετωπίσει.
  2. Σ: λαμβάνω1 λόγ., παίρνω11: Είχε γράμμα από τον Αντώνη.
  3. Σ: βαστάω3 προφ., μου βρίσκεται: Δεν είχε ψιλά επάνω του.
  4. Σ: φυλάω3, κρατάω2, διατηρώ2: Έχω φρούτα στο ψυγείο.
  5. Σ: νιώθω1, αισθάνομαι1: Έχει μεγάλη θλίψη.
  6. Σ: υφίσταμαι2 λόγ., παθαίνω1: Πριν από χρόνια είχε ένα καρδιακό επεισόδιο.
  7. Σ: πρέπει1, επιβάλλεται: Έχω να πάω το παιδί στο σχολείο.
  8. Σ: θεωρώ2, κρίνω2: Τον έχουν για βλάκα, αλλά δεν είναι. / Έχει σίγουρη την εκλογή του.
  9. Σ: χρησιμοποιώ3, μεταχειρίζομαι1: Δεν έχετε τίποτα για πανωφόρι;
  10. Σ: πάσχω1 λόγ., υποφέρω1: Έχει την καρδιά της.

έχει

  1. Σ: περιλαμβάνει: Το ποίημα έχει τρεις στροφές.
  2. Σ: είναι, παρουσιάζεται: Τα πράγματα έχουν ως εξής...
  3. Σ: περιέχει1, έχει μέσα: Δεν είχε τίποτα το συρτάρι.
  4. Σ: κοστίζει, στοιχίζει, αξίζει1: Πόσο έχει αυτό το παλτό;
  5. Σ: υπάρχει: Δε θα έχει πλοίο σήμερα λόγω της κακοκαιρίας.
  6. Σ: κάνει3: Αύριο θα έχει ζέστη.
  7. Σ: πρόκειται, μέλλει: Φαντάζεστε τι έχει να γίνει σε καμιά πενηνταριά χρόνια!
  8. Σ: προβάλλει, δείχνει, παίζει2: Σε λίγο έχει ειδήσεις. / Ο κινηματογράφος έχει θρίλερ.

ΕΚΦ: έχω κατά νου, έχω μαύρα μεσάνυχτα, έχω περί πολλού, έχω στα σκαριά, έχω στην καρδιά μου, έχω στο μάτι, έχω στο μυαλό μου, έχω στο νου μου, έχω τα μάτια μου δεκατέσσερα, έχω τα ρούχα μου, έχω το νου μου, την έχω άσχημα, έχει καλώς


1 Από 10



Για τους επισκέπτες του site μας, το Λεξισκόπιο έχει περιορισμό χρήσης τις 10 λέξεις ανά ημέρα. Εγγραφείτε δωρεάν στο site μας για να αποκτήσετε όριο 30 λέξεων ανά ημέρα.

Εναλλακτικά, μπορείτε να προμηθευτείτε την εφαρμογή του Λεξισκόπιου για Κινητά Λεξισκόπιο Mobile App όπου η χρήση λέξεων είναι απεριόριστη.