Λεξισκόπιο: πλήρης

Μάθετε για την ορθογραφία, τη μορφολογία, τον συλλαβισμό και τα συνώνυμα/αντίθετα οποιασδήποτε νεοελληνικής λέξης. Οι λέξεις παραμένουν μάταιοι ήχοι αν δεν μπορούμε να τις κατανοήσουμε.

H νέα ελληνική γλώσσα αποτελείται από ένα υπέροχο κατακλυσμό λέξεων, οι οποίες πηγάζουν στην πλειοψηφία τους από την αρχαία ελληνική. Διαμέσου των αιώνων κάποιες από τις λέξεις άρχισαν να επικαλύπτονται στο νόημα από άλλες και πολλές απέκτησαν πολλαπλές σημασίες.

Το Λεξισκόπιο παρουσιάζει πληροφορίες σχετικά με τον συλλαβισμό, τη μορφολογία (κλίση) και τα συνώνυμα και αντίθετα των λέξεων, αλλά και των πιο γνωστών φράσεων και εκφράσεων στις οποίες μια ελληνική λέξη μπορεί να μετέχει.

Εισαγάγετε τη λέξη που σας ενδιαφέρει κατωτέρω και πατήστε Αναζήτηση.


Το Λεξισκόπιο είναι ένα σύνθετο γλωσσικό εργαλείο, το οποίο παρέχει πληροφορίες για μια νεοελληνική λέξη ή φράση, συνδυάζοντας τη λειτουργικότητα του Συλλαβιστή, του Ορθογράφου, του Λημματοποιητή, του Μορφολογικού Λεξικού και του Θησαυρού Συνωνύμων-Αντιθέτων της Neurolingo.

Συλλαβισμός

πλή-ρης

Μορφολογία

πλήρης επίθ.

Αρσενικό
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπλήρηςοιπλήρεις
Γενικήτουπλήρουςτωνπληρών
Αιτιατικήτονπλήρητουςπλήρεις
Κλητική πλήρη & πλήρης πλήρεις
Θηλυκό
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηπλήρηςοιπλήρεις
Γενικήτηςπλήρουςτωνπληρών
Αιτιατικήτηνπλήρητιςπλήρεις
Κλητική πλήρη & πλήρης πλήρεις
Ουδέτερο
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπλήρεςταπλήρη
Γενικήτουπλήρουςτωνπληρών
Αιτιατικήτοπλήρεςταπλήρη
Κλητική πλήρες πλήρη

πληρέστερος επίθ. συγκρ.

Αρσενικό
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπληρέστεροςοιπληρέστεροι
Γενικήτουπληρέστερουτωνπληρέστερων
Αιτιατικήτονπληρέστεροτουςπληρέστερους
Κλητική πληρέστερε πληρέστεροι
Θηλυκό
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηπληρέστερηοιπληρέστερες
Γενικήτηςπληρέστερηςτωνπληρέστερων
Αιτιατικήτηνπληρέστερητιςπληρέστερες
Κλητική πληρέστερη πληρέστερες
Ουδέτερο
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπληρέστεροταπληρέστερα
Γενικήτουπληρέστερουτωνπληρέστερων
Αιτιατικήτοπληρέστεροταπληρέστερα
Κλητική πληρέστερο πληρέστερα

πληρέστατος επίθ. υπερθ.

Αρσενικό
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήοπληρέστατοςοιπληρέστατοι
Γενικήτουπληρέστατουτωνπληρέστατων
Αιτιατικήτονπληρέστατοτουςπληρέστατους
Κλητική πληρέστατε πληρέστατοι
Θηλυκό
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήηπληρέστατηοιπληρέστατες
Γενικήτηςπληρέστατηςτωνπληρέστατων
Αιτιατικήτηνπληρέστατητιςπληρέστατες
Κλητική πληρέστατη πληρέστατες
Ουδέτερο
ΕνικόςΠληθυντικός
Ονομαστικήτοπληρέστατοταπληρέστατα
Γενικήτουπληρέστατουτωνπληρέστατων
Αιτιατικήτοπληρέστατοταπληρέστατα
Κλητική πληρέστατο πληρέστατα

Συνώνυμα - Αντίθετα

πλήρης επίθ.

  1. Σγεμάτος1, κομπλέ προφ.: Το μαγαζί είναι πλήρες. Αάδειος1, κενός1
  2. Σολοκληρωμένος1: πλήρης αναφορά
  3. Σολοκληρωτικός1, ολοσχερής λόγ., καθολικός12, απόλυτος1: πλήρης αποτυχία

2 Από 10



Για τους επισκέπτες του site μας, το Λεξισκόπιο έχει περιορισμό χρήσης τις 10 λέξεις ανά ημέρα. Εγγραφείτε δωρεάν στο site μας για να αποκτήσετε όριο 30 λέξεων ανά ημέρα.

Εναλλακτικά, μπορείτε να προμηθευτείτε την εφαρμογή του Λεξισκόπιου για Κινητά Λεξισκόπιο Mobile App όπου η χρήση λέξεων είναι απεριόριστη.