Lexiscope: δευτεροετής

Learn about the orthography, morphology, syllabification and synonyms/antonyms of a Modern Greek word. The finest words in the world are only vain sounds, if we cannot comprehend them.

Modern Greek is a great deluge of words deriving from Ancient Greek. Through the ages some of the words started to overlap others in meaning. In addition, many of them have multiple meanings and many can be used as various parts of speech.

Lexiscope aims to clear up such issues by presenting information that clarifies the uses of any Modern Greek word or phrase. Information includes syllabification, morphology, synonyms, antonyms and any known expressions that the word may feature in.

Insert any Greek word below, and press Search.


Lexiscope is a compound language tool that provides information about a Modern Greek word or phrase, combining the functionality of Neurolingo's Hyphenator, Speller, Lemmatizer, Morphological Lexicon and Thesaurus.

Syllabification

δευ-τε-ρο-ε-τής

Morphology

δευτεροετής adj.

Masculine
SingularPlural
Nominativeοδευτεροετήςοιδευτεροετείς
Genitiveτουδευτεροετούςτωνδευτεροετών
Accusativeτοδευτεροετήτουςδευτεροετείς
Vocative δευτεροετή & δευτεροετής δευτεροετείς
Feminine
SingularPlural
Nominativeηδευτεροετήςοιδευτεροετείς
Genitiveτηςδευτεροετούςτωνδευτεροετών
Accusativeτηδευτεροετήτιςδευτεροετείς
Vocative δευτεροετή & δευτεροετής δευτεροετείς
Neuter
SingularPlural
Nominativeτοδευτεροετέςταδευτεροετή
Genitiveτουδευτεροετούςτωνδευτεροετών
Accusativeτοδευτεροετέςταδευτεροετή
Vocative δευτεροετές δευτεροετή

Προθήματα - Επιθήματα

δευτερο- [δeftero]

δευτερό- [δefteró] όταν ο τόνος ανεβαίνει στο αʹ συστατικό
δευτερ- [δefter] πριν από φωνήεν

Προέρχεται από το αριθμητικό επίθετο δεύτερος.

1. Δεύτερη θέση

Το δευτερο- σχηματίζει κυρίως επίθετα που αναφέρονται στη δεύτερη θέση σε μία σειρά ή κατάταξη, σε αντιδιαστολή με την πρώτη θέση (ενώ κάποιες φορές ακολουθεί τρίτη, τέταρτη κ.ο.κ.). Για παράδειγμα, δευτεροετής είναι ο φοιτητής που διανύει το δεύτερο έτος των σπουδών του, ενώ το δευτερότοκο παιδί μιας οικογένειας είναι αυτό που γεννήθηκε δεύτερο.

δευτεραγωνιστής (θηλ. -ίστρια)

δευτεροβάθμιος, -α, -ο

δευτερολογώ

δευτερολογία

δευτερογενής, -ής, -ές

δευτεροετής, -ής, -ές

δευτεροκλασάτος, -η, -ο

δευτερόκλιτος, -η, -ο (γραμμ.)

⇨ Για λέξεις που δηλώνουν την πρώτη θέση βλ. πρωτο-*.

ΕΙΔΙΚΟΤΕΡΗ ΣΗΜΑΣΙΑ

Το δευτερόλεπτο έχει διαφορετική σημασία: είναι μονάδα μέτρησης του χρόνου, η οποία ισούται με το ένα εξηκοστό του λεπτού της ώρας.

-ετ-

Οι λέξεις που περιέχουν το συστατικό -ετ- αναφέρονται σε χρονική διάρκεια.Το συστατικό -ετ- προέρχεται από το ουσιαστικό έτος. Το συστατικό αυτό εμφανίζεται σε:

Ουσιαστικά

-ετηρίδα [etiríδa]

Αναφέρεται σε επέτειο ορισμένου αριθμού ετών. Για παράδειγμα, η εικοσαετηρίδα είναι η συμπλήρωση είκοσι ετών από ένα γεγονός.

δεκαετηρίδα, εικοσαετηρίδα, εκατονταετηρίδα, πεντηκονταετηρίδα, τριακονταετηρίδα, χιλιετηρίδα

-ετία [etía]

Αναφέρεται σε χρονική διάρκεια ορισμένου αριθμού ετών. Για παράδειγμα, μια δεκαετία είναι χρονικό διάστημα δέκα ετών· η τριακονταετία είναι χρονικό διάστημα τριάντα ετών.

δεκαετία, δεκαπενταετία, διετία, εικοσαετία, εκατονταετία, πεντηκονταετία, πολυετία, τετραετία, τριακονταετία, χιλιετία

Επίθετα

-ετής [etís], -ετής, -ετές

Για παράδειγμα, ένας εικοσαετής πόλεμος διαρκεί είκοσι χρόνια· μια δευτεροετής φοιτήτρια βρίσκεται στο δεύτερο έτος των σπουδών της.

δεκαετής, δεκαπενταετής, δευτεροετής, δωδεκαετής, εικοσαετής, εξαετής, εξηκονταετής, μακροετής, μονοετής, ολιγοετής, πεντηκονταετής, πολυετής, πρωτοετής, τριετής

2 of 10



For our guests, Lexiscope has a daily usage limit of 10 words. Sign up for free to take advantage of 30 words per day.

Alternately, you can purchase our mobile version Lexiscope Mobile App for unlimited usage.