Lexiscope: αναληθής

Learn about the orthography, morphology, syllabification and synonyms/antonyms of a Modern Greek word. The finest words in the world are only vain sounds, if we cannot comprehend them.

Modern Greek is a great deluge of words deriving from Ancient Greek. Through the ages some of the words started to overlap others in meaning. In addition, many of them have multiple meanings and many can be used as various parts of speech.

Lexiscope aims to clear up such issues by presenting information that clarifies the uses of any Modern Greek word or phrase. Information includes syllabification, morphology, synonyms, antonyms and any known expressions that the word may feature in.

Insert any Greek word below, and press Search.


Lexiscope is a compound language tool that provides information about a Modern Greek word or phrase, combining the functionality of Neurolingo's Hyphenator, Speller, Lemmatizer, Morphological Lexicon and Thesaurus.

Syllabification

α-να-λη-θής

Morphology

αναληθής adj.

Masculine
SingularPlural
Nominativeοαναληθήςοιαναληθείς
Genitiveτουαναληθούςτωναναληθών
Accusativeτοναναληθήτουςαναληθείς
Vocative αναληθή & αναληθής αναληθείς
Feminine
SingularPlural
Nominativeηαναληθήςοιαναληθείς
Genitiveτηςαναληθούςτωναναληθών
Accusativeτηναναληθήτιςαναληθείς
Vocative αναληθή & αναληθής αναληθείς
Neuter
SingularPlural
Nominativeτοαναληθέςτααναληθή
Genitiveτουαναληθούςτωναναληθών
Accusativeτοαναληθέςτααναληθή
Vocative αναληθές αναληθή

αναληθέστερος adj. comp.

Masculine
SingularPlural
Nominativeοαναληθέστεροςοιαναληθέστεροι
Genitiveτουαναληθέστερουτωναναληθέστερων
Accusativeτοναναληθέστεροτουςαναληθέστερους
Vocative αναληθέστερε αναληθέστεροι
Feminine
SingularPlural
Nominativeηαναληθέστερηοιαναληθέστερες
Genitiveτηςαναληθέστερηςτωναναληθέστερων
Accusativeτηναναληθέστερητιςαναληθέστερες
Vocative αναληθέστερη αναληθέστερες
Neuter
SingularPlural
Nominativeτοαναληθέστεροτααναληθέστερα
Genitiveτουαναληθέστερουτωναναληθέστερων
Accusativeτοαναληθέστεροτααναληθέστερα
Vocative αναληθέστερο αναληθέστερα

αναληθέστατος adj. sup.

Masculine
SingularPlural
Nominativeοαναληθέστατοςοιαναληθέστατοι
Genitiveτουαναληθέστατουτωναναληθέστατων
Accusativeτοναναληθέστατοτουςαναληθέστατους
Vocative αναληθέστατε αναληθέστατοι
Feminine
SingularPlural
Nominativeηαναληθέστατηοιαναληθέστατες
Genitiveτηςαναληθέστατηςτωναναληθέστατων
Accusativeτηναναληθέστατητιςαναληθέστατες
Vocative αναληθέστατη αναληθέστατες
Neuter
SingularPlural
Nominativeτοαναληθέστατοτααναληθέστατα
Genitiveτουαναληθέστατουτωναναληθέστατων
Accusativeτοαναληθέστατοτααναληθέστατα
Vocative αναληθέστατο αναληθέστατα

Synonyms - Antonyms

αναληθής adj. learn

Sψευδής learn, ψεύτικος1: αναληθείς πληροφορίες Aαληθής learn, αληθινός1


1 of 10



For our guests, Lexiscope has a daily usage limit of 10 words. Sign up for free to take advantage of 30 words per day.

Alternately, you can purchase our mobile version Lexiscope Mobile App for unlimited usage.